Μνημόνιο: Μεταξύ νομικών αμφισβητήσεων, πολιτικής πραγματικότητας και νέων ευκαιριών

Ι. Εισαγωγή

Την τρέχουσα βουλευτική περίοδο, υπό το φως της οψιφανούς οικονομικής καχεξίας της χώρας, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ορυμαγδό έξωθεν επιβαλλόμενων, περιοριστικών μέτρων βίαιης δημοσιονομικής  προσαρμογής. Όλα τούτα στο όνομα του Μνημονίου και των πολιτικών του, τις οποίες εμπραγματώνουν οι υποδείξεις της Τρόικας και εκτελεί η ελληνική κυβέρνηση. Είναι εμφανές ότι η πολιτική αυτή πραγματικότητα, χωρίς να αντιβαίνει ευθέως, βρίσκεται πάντως σε σχέση σύγκρουσης με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (ά. 1 Συντ.). Παρά ταύτα, δεν είναι προφανές ότι το Μνημόνιο θέτει ανυπέρβλητα νομικά εμπόδια, η υπέρβαση των οποίων απαιτεί συνταγματικής περιωπής αλλαγές (παρακάτω υπό ΙΙ)∙ μάλλον σπουδαιότερες είναι οι οικονομικές και πολιτικές του προεκτάσεις (παρακάτω υπό ΙΙΙ) καθώς και η συμβολική και πραγματική σημασία του ως σημείο τομής για το μέλλον του τόπου (παρακάτω υπό IV).

ΙΙ. Νομικές αμφισβητήσεις

Tόσο το ίδιο το Μνημόνιο (έκφραση που έχει επικρατήσει και περιγράφει κατά νομική ακριβολογία τα δύο Μνημόνια που ενσωματώθηκαν ως Παραρτήματα στον Ν. 3845/2010, καθώς και την σχετική δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η Ελλάδα με την ΕΚΤ, τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ), όσο και τα επιμέρους εκτελεστικά μέτρα αυτού, βρίσκονται στο μεταίχμιο της συνταγματικής νομιμότητας. Δημιουργείται δηλαδή, μια γκρίζα ζώνη συνταγματικότητας η οποία, με την επίκληση του δικαίου της ανάγκης, αποβλέπει στην διάσωση του Μνημονίου στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου, της επιστημονικής κριτικής και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η προαναφερόμενη γκρίζα ζώνη συνέχεται ρητορικά από δισσούς λόγους:

α) -Το μνημόνιο συνιστά διεθνή σύμβαση με την οποία περιορίζεται η εσωτερική εθνική κυριαρχία, δηλ. η αυτονομία, και πάντως εκχωρούνται κρατικές αρμοδιότητες οικονομικής πολιτικής∙ επομένως, για την ψήφισή του απαιτείτο πλειοψηφία 2/3, ή πάντως 3/5 της βουλής κατά το ά. 28 παρ. 2, 3 Συντ., μη αρκούσης της απλής πλειοψηφίας που επιτεύχθηκε. Μετ’ επιτάσεως δε, ισχύουν τα ανωτέρω για την δανειακή σύμβαση που υπέγραψε η Ελλάδα, στην οποία, μεταξύ άλλων, παραιτείται από τις ασυλίες προστασίας της εθνικής κυριαρχίας (ά. 14 παρ. 5) και υπάγεται στην αποκλειστική διακαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ά. 14 παρ. 2).

-Ο αντίλογος, βάσιμος εν πολλοίς, είναι ο εξής: Το Μνημόνιο περιλαμβάνει ένα οιονεί κυβερνητικό οικονομικό πρόγραμμα, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι δημοσιονομικής προσαρμογής και τα μέσα επιτεύξεώς τους εντός της προβλεπομένης τριετούς προγραμματικής περιόδου, με σκοπό την ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Το ίδιο το Μνημόνιο δεν περιέχει κανόνες δικαίου και, συνεπώς, δεν έχει έννομες συνέπειες. Τέτοιες συνέπειες προκύπτουν το πρώτον με την θέσπιση από την νομοθετική εξουσία ή την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση ρυθμίσεων, με τις οποίες πραγματοποιούνται οι εξαγγελλόμενες στο Μνημόνιο δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές.

Περαιτέρω, η Ελλάδα εκουσίως υπήχθη στον μηχανισμό στήριξης και με τον ίδιο τρόπο μπορεί να αποσυρθεί. Η λογική του μηχανισμού είναι αστικοδικαϊκή∙ τυχόν υπαναχώρηση της Ελλάδας δεν επισύρει διεθνή ευθύνη της χώρας, όπως συμβαίνει με τις παραβιάσεις υποχρεώσεων του διεθνούς δικαίου, αλλά μόνον την μη εκταμίευση της προσεχούς δόσης κατ’ επίκληση της ένστασης μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (exceptio non adimpleti contractus, ΑΚ 374) εκ μέρους των δανειστών της.

β) -Ζήτημα αντισυνταγματικότητας θέτει και η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 3845/2010, η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου μόνου του Ν. 3847/2010, ορίζει τα εξής: «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, … με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη – μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, … Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για συζήτηση και ενημέρωση. Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους».

Είναι εμφανές ότι η διάταξη θέτει μείζον ζήτημα συμβατότητας προς το άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος κατά το οποίο «οι συνθήκες για … οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, … ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει». Και τούτο διότι η απαιτούμενη από Σύνταγμα κύρωση από την Βουλή υποκαθίσταται από την «συζήτηση και ενημέρωση»,  ως εάν η Βουλή να ήταν (όπως έχει προσφυώς λεχθεί) «καφενείο».

-Πλην όμως, η ανωτέρω διάταξη του της παρ. 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 3845/2010 δεν έχει ακόμα τύχει εφαρμογής και επομένως δεν είναι δυνατός ο δικαστικός της έλεγχος.

γ) -Πιο ενδιαφέροντα είναι τα ουσιαστικά ζητήματα που θέτει το Μνημόνιο, με προεξάρχον αυτό της προσβολής κεκτημένων περιουσιακών δικαιωμάτων. Το Μνημόνιο, σε συνδυασμό και με τα εκτελεστικά αυτού μέτρα, θέτει το ρυθμιστικό πλαίσιο για την περικοπή μισθών, επιδομάτων και συντάξεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Το Σύνταγμα (ά. 17), η ΕΣΔΑ (1ο ΠΠ) και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ο οποίος δυνάμει του ά. 6 παρ. 1 ΣΕΕ έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες της ΕΕ) (ά. 17) συγκροτούν ενιαία, υπέρτερης τυπικής ισχύος, βάση εγγυήσεων του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.

Το δικαίωμα ιδιοκτησίας συμπεριλαμβάνει ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα, όπως τα δικαιώματα μισθών, συντάξεων, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων ή δικαιούχων κοινωνικής ασφάλισης ή περιοδικών, κατά δόσεις ή εφάπαξ, παροχών προς αυτούς, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικώς νόμιμη προσδοκία που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Τα ανωτέρω περιουσιακά δικαιώματα θεωρούνται κεκτημένα ακόμη και αν η αξία τους δεν έχει εισπραχθεί από τους δικαιούχους, εφόσον θεμελιώνονται στο ισχύον δίκαιο και μπορούν να διεκδικηθούν. [Βλ. ΕΔΔΑ Αζινάς κατά Κύπρου (20.6.2002), Ρεβελιώτης κατά Ελλάδας, (4.12.2008), Αποστολάκης κατά Ελλάδας (22.10.2009)].

Επομένως, υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος ιδιοκτησίας τα δικαιώματα αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον αυτά θεμελιώνονται και προσδιορίζονται κατά είδος και ποσό σε νόμο ή σε κανονιστική διοικητική πράξη ή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των νομοθετημένων ή συμφωνημένων διμερώς ή με συλλογικές συμβάσεις εργασίας αυξήσεις αποδοχών και δικαιωμάτων αποζημίωσης, καθώς και οι κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές, όπως συντάξεις, επιδόματα, εφάπαξ παροχές κύριας και επικουρικής ασφάλισης κ.ο.κ.

Στο μέτρο που τα ανωτέρω περιουσιακά δικαιώματα θεμελιώνονται αυτοτελώς, το κάθε ένα χωριστά, στο νόμο ή τη σύμβαση, ενέχουν αυτοτελείς απαιτήσεις, στηριζόμενες σε ειδική νομική βάση η κάθε μία και, συνεπώς, αποτελούν νομικώς αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, που απολαύουν αυτοτελούς προστασίας και όχι ως τμήματα της τυχόν ευρύτερης περιουσίας του προσώπου. Γι’ αυτό και η εν όλω ή εν μέρει κατάργηση ή αφαίρεσή τους μόνο μέσω και με τους όρους αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να γίνει, δηλ. με την καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το ά. 17 παρ. 2 Συντ. Λόγω δε της χρηματικής υπόστασης των ανωτέρω δικαιωμάτων η στέρησή τους δεν μπορεί να λάβει χώρα ούτε με τον μηχανισμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (που καθ’ ημάς απαιτεί πλήρη αποζημίωση) και εντεύθεν  αντίκειται προς τις προδιαληφθείσες προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις.

Κατόπιν των ανωτέρω, το κομβικό σημείο της παρούσας προβληματικής μεθίσταται  στην επίλυση του ακόλουθου κρίσιμου ζητήματος:  αν οι υπό κρίσιν περικοπές μισθών, επιδομάτων και συντάξεων συνιστούν στέρηση ή νόμιμο περιορισμό της ιδιοκτησίας. Τούτο διότι στην περίπτωση που συνιστούν στέρηση ιδιοκτησίας, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα αντίκεινται στην  ενιαία, υπέρτερης τυπικής ισχύος, βάση εγγυήσεων του δικαιώματος στην ιδιοκτησία ενώ στην περίπτωση που συνιστούν νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας επιτρέπεται η επιβολή τους για λόγους δημόσιου συμφέροντος.

Στέρηση ιδιοκτησίας υπάρχει ότι αφαιρείται ολικώς ή μερικώς το ίδιο το αντικείμενο του περιουσιακού δικαιώματος. (π.χ. αφαιρείται ακίνητο ή τμήμα αυτού, ή αφαιρείται χρηματικό ποσό που αποτελεί το αντικείμενο κεκτημένου δικαιώματος οικονομικού περιεχομένου που θεμελιώνεται στο νόμο ή τη σύμβαση). Αντιθέτως, νόμιμος περιορισμός ιδιοκτησιακού δικαιώματος υπάρχει όταν τίθενται περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος (π.χ. πολεοδομικοί περιορισμοί επί ακινήτων, καθυστέρηση  καταβολής για ορισμένο χρόνο ορισμένων επιδομάτων).

Με βάση τα ανωτέρω, και με δεδομένο ότι τα προαναφερθέντα περιουσιακά δικαιώματα που θίγονται σε εκτέλεση των όρων του Μνημονίου αποτελούν νομικώς αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, που απολαύουν αυτοτελούς προστασίας και όχι ως τμήματα της τυχόν ευρύτερης περιουσίας του προσώπου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εν τέλει υφίσταται προσβολή περιουσιακών δικαιωμάτων κατά τρόπο αντικείμενο στο ά. 17 Συντ, 1 του 1ου ΠΠ ΕΣΔΑ, και 17 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

-Η ανωτέρω θέση όμως δεν είναι απροσμάχητη, καθώς η κρίση για τον θεμιτό χαρακτήρα των περιορισμών του δικαιώματος ιδιοκτησίας στο πλαίσιο όλων των υπερνομοθετικών κειμένων που προστατεύουν το δικαίωμα, προϋποθέτει στάθμιση, και άρα υπεισέρχονται κατ’ ανάγκη αξιολογικές κρίσεις του εφαρμοστή του δικαίου, συνήθως δε δίδεται από την νομολογία το προβάδισμα στην σχετική αξιολόγηση του νομοθέτη.

Έτσι, αν και είναι αναμφισβήτητο ότι οι αποδοχές και συντάξεις των εργαζομένων προστατεύονται ως περιουσιακά δικαιώματα, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει στα κράτη – μέλη ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης, κρίνοντας ότι η ΕΣΔΑ δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στη συνέχιση της καταβολής ενός μισθού ορισμένου ύψους (ΕΔΔΑ Vilho Eskeline κατά Φινλανδίας, 19.4.2007). Εντεύθεν, οι περικοπές κρίνονται ανεκτές, εφόσον δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος και εξασφαλίζεται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των επιδιωκομένων δι’ αυτών σκοπών δημοσίου συμφέροντος και των απαιτήσεων σεβασμού της περιουσίας. Η δίκαιη ισορροπία εξασφαλίζεται  όταν οι περικοπές αποδοχών, συντάξεων κλπ είναι «εύλογες», δηλ. δεν καταργούν πλήρως το δικαίωμα και δεν οδηγούν σε τέτοια πτώση του βιοτικού επιπέδου που θα αποτελούσε, εξάλλου, προσβολή της αξιοπρέπειας των δικαιούχων (ά. 3 ΕΣΔΑ) (ΕΔΔΑ Kjarta Asmundso κατά Ισλανδίας, 30.3.2005 και Moskal κατά Πολωνίας, 15.9.2009, Larioshina κατά Ρωσίας, 23.4.2002,  Budina κατά Ρωσίας, 18.6.2009, Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας, 1.12.2009, πρβλ. ΣτΕ ολ. 2289/1987).

-Έσχατη δικλείδα ελέγχου της συνταγματικότητας των εισαγόμενων σε εκτέλεση του Μνημονίου μέτρων είναι η αρχή της αναλογικότητας (ά. 25 Συντ.), υπό τις νομολογιακά αναγνωρισμένες επιμέρους εκφάνσεις της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της stricto sensu αναλογικότητας (ΣτΕ 2112/1984). Η αρχή της αναγκαιότητας σημαίνει ότι ρυθμίσεις που συνιστούν μεν περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος, πλην όμως εισάγονται εν όψει θεμιτών σκοπών, πρέπει να περιορίζονται σε ένταση και χρονική έκταση στο ελάχιστο απαιτούμενο μέτρο εν όψει του επιδωκόμενου σκοπού (ΣτΕ 1424/90, 2153/89, 1149/88, 2112/84). Παρέπεται ότι τα όποια περιοριστικά μέτρα πρέπει να είναι χρονικά προσδιορισμένα και συνυφασμένα με τον σκοπό, και εν προκειμένω την αρνητική οικονομική συγκυρία που τα επιβάλλει. Υπό την έποψη αυτή η εισαγωγή ρυθμίσεων πάγιου χαρακτήρα (όπως π.χ. οι μειώσεις επιδομάτων), με αφορμή το Μνημόνιο, αντίκεινται στην αρχή της αναγκαιότητας και ως εκ τούτου βρίσκονται σε σχέση τριβής με την αρχή της αναλογικότητας.

-Παρά ταύτα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο έλεγχος συνταγματικότητας, και κατά μείζονα λόγο ο έλεγχος τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, είναι έλεγχος οριακός. Τούτο διότι το προβάδισμα στην χάραξη πολιτικής έχει (κατά το Σύνταγμα πάντα) το νομοθετικό σώμα που εμπραγματώνει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Τα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν νόμους, εφόσον το περιεχόμενό τους είναι πρόδηλα αντίθετο στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 2153/1989, 1006/2002, 3129/2002). Έτσι, έχει κριθεί ότι «βάσει της αρχής της αναλογικότητας ο δικαστής καταλήγει στην αντισυνταγματικότητα του νομοθετικού μέτρου μόνο αν είναι κατάδηλο ότι είναι από τη φύση του ακατάλληλο για τον σκοπό που επιδιώκει ή ότι υπερακοντίζει το σκοπό αυτό, όχι δε και όταν μπορεί να αμφισβητηθεί η , σκοπιμότητα απλώς του μέτρου, η οποία διαφεύγει της δοκιμασίας του δικαστού, αφού ανάγεται στην αξιολόγηση του νόμου, από της απόψεως αν είναι καλός ή κακός» (ΣτΕ 1149/1988). Επομένως, είναι τουλάχιστον συζητήσιμο εάν τα λαμβανόμενα μέτρα εάν υπερβαίνουν τα ακραία όρια δράσης του νομοθέτη ή εάν κείνται εντός των ορίων των δικαστικά ανέλεγκτων ουσιαστικών εκτιμήσεων του νομοθέτη ως προς την σκοπιμότητα και την καταλληλότητά τους.

ΙΙ. Οικονομική λογική και πολιτική πραγματικότητα

Οι ανωτέρω νομικές αμφισβητήσεις δεν πρέπει να συσκοτίζουν την ούτε οικονομική στόχευση του Μνημονίου, ούτε την νέα νομικο-πολιτική αρχιτεκτονική που δημιουργεί.

Η οικονομική στόχευση του Μνημονίου είναι σαφής: Προς περιστολή του πιστωτικού, και εν συνεχεία του συστημικού, κινδύνου από την μη αποπληρωμή των χρεών της Ελλάδας προς τους ως τώρα (κυρίως τους αλλοδαπούς ιδιώτες) δανειστές της, οι νυν δανειστές (Κράτη μέλη της ευρωζώνης – ΕΚΤ – ΔΝΤ) αποφάσισαν να την χρηματοδοτήσουν και έτσι να σώσουν τις ανακάμπτουσες οικονομίες τους από τυχόν υποστροφή της κρίσης.

Η Ελλάδα απέφυγε (προσωρινά τουλάχιστον) την πτώχευση, πλην όμως οι διαπραγματευτικές της δυνατότητες, ιδίως όσον αφορά τυχόν μελλοντική επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, μεταβλήθηκαν άρδην: ενώ προηγουμένως ένα κυρίαρχο κράτος – οφειλέτης βρισκόταν απέναντι σε ιδιώτες δανειστές και επομένως διατηρούσε ως ένα βαθμό διαπραγματευτική υπεροπλία, τώρα το ίδιο (μικρό και με απισχνασμένη οικονομία) κράτος βρίσκεται απέναντι σε ισχυρότερα από αυτό κράτη – δανειστές και υπερεθνικούς οργανισμούς, έναντι των οποίων η διαπραγματευτική του μειονεξία είναι εμφανής. Απόδειξη της νεοπαγούς διαπραγματευτικής μειονονεξίας  του είναι ο βαθμός επέμβασης της τρόικας στην εσωτερική πολιτική και η ένταση των υποδείξεων στις οποίες προβαίνει, που συνθέτουν την νέα πολιτική πραγματικότητα που βιώνει ο τόπος.

Δημιουργείται πράγματι, μια σύγχρονη νομικο-πολιτική αρχιτεκτονική, κυρίαρχο χαρακτηριστικό της οποίας, όσον αφορά στην δομή άσκησης της εξουσίας, είναι ο ρόλος του Μνημονίου ως ιδιότυπου «παρασυντάγματος», που επιβάλλει την ακολουθητέα πολιτική. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της οικονομικής -αλλά και της εν γένει- πολιτικής τίθεται εν αμφιβόλω καθώς η πηγή άσκησης της εξουσίας απομακρύνεται από τον λαό και μεθίσταται στην οικονομική ισχύ των δανειστών της τελευταίας στιγμής (lenders of last resort). Και ενώ πράγματι μπορεί οι δανειστές της τελευταίας στιγμής στο σύγχρονο, και κυρίως αγγλοσαξονικής προέλευσης, πτωχευτικό δίκαιο να διαθέτουν οιονεί απόλυτη εξουσία, υπερφαλαγγίζοντας άλλα προνόμια, η μετακένωση όμως του θεσμού σε μια δημοκρατικά λειτουργούσα πολιτεία δημιουργεί τριβές με τις παραδοσιακές αρχές και αξίες του νομικού πολιτισμού και του κράτους δικαίου, δικαιολογώντας έτσι τον χαρακτηρισμό του Μνημονίου ως θεσμικού μηχανισμού έξωθεν επιβολής πολιτικών. Τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας (που ανήκουν στην νομοθετική, εκτελεστική, ενίοτε δε και στην δικαστική, εξουσία) προσφέρουν το νομικό κάλυμμα – ένδυμα για την τυπική νομιμοποίηση (δια της θέσπισης τυπικών νόμων, διαταγμάτων ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων) των λαμβανόμενων μέτρων, που στερούνται όμως ουσιαστικής νομιμοποίησης και δημοκρατικών ερεισμάτων.

Judd, Paint the future

ΙV. Ευκαιρίες για το μέλλον

Ανεξαρτήτως όμως του δημοκρατικού ελλείμματος της «Μνημονιακής» πολιτικής, η τρέχουσα συγκυρία παραμένει μια σημαντική, ίσως η τελευταία, ευκαιρία να υπερβεί η ελληνική πολιτική, οικονομική και κοινωνική  ζωή στρεβλώσεις δεκαετιών, που εξέθρεψε ένα πολιτικό σύστημα βασισμένο στην κομματικοκρατία, τον νεποτισμό, την αδιαφάνεια και την διαφθορά. Το στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η Ελλάδα είναι η πολιτική και κοινωνική της αναγέννηση που θα θέσει τις κατάλληλες στέρεες βάσεις για την οικονομική της σωτηρία και ανάκαμψη. Η επιτυχία ή όχι του θεσμικού μηχανισμού του Μνημονίου μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε συνάρτηση με την συμβολή του στην επίτευξη του ανωτέρω στόχου.

Γεώργιος Παπαδόπουλος

~ από Γιώργος Παπαδόπουλος στο Φεβρουαρίου 19, 2011.

2 Σχόλια to “Μνημόνιο: Μεταξύ νομικών αμφισβητήσεων, πολιτικής πραγματικότητας και νέων ευκαιριών”

  1. Εξαιρετικό άρθρο, δεν συμφωνώ παντού, αλλά είναι δουλεμένο πολύ καλά.

    Και ωραία ελληνικά!

  2. [...] This post was mentioned on Twitter by neTpen, George Papadopoulos. George Papadopoulos said: Το νέα άρθρο στο blog μου: "Μνημόνιο: Μεταξύ νομικών αμφισβητήσεων, πολιτικής πραγματικότητας και νέων ευκαιριών" http://fwd4.me/w5R [...]

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.